Αλμπέρ Καμύ (τέσσερα βιβλία)



Στις 7 Νοεμβρίου του 1913, γεννιέται στην Αλγερία, ο φιλόσοφος, λογοτέχνης και συγγραφέας, Αλμπέρ Καμύ, από Γάλλο πατέρα και Ισπανίδα μητέρα. Τον πατέρα του δεν πρόλαβε να τον γνωρίσει, γιατί ένα χρόνο μετά τη γέννησή του, επιστρατεύεται και σκοτώνεται στη μάχη του Μάρνη. Ο μικρός Αλμπέρ θα τον γνωρίσει μέσα από μια φωτογραφία και από την περιγραφή της αποστροφής που ένιωσε ο πατέρας του μπροστά σε μία εκτέλεση. Η οικογένεια του, ύστερα από το θάνατο του πατέρα, θα εγκατασταθεί στο Αλγέρι, όπου ο Καμύ θα ασχοληθεί με τον αθλητισμό και συγκεκριμένα το ποδόσφαιρο, όπου και θα αγωνιστεί ως τερματοφύλακας στην ομάδα του σχολείου του.
Φοιτητής πλέον στο Πανεπιστήμιο, συνέχισε ως μέλος της ποδοσφαιρικής ομάδας «Ρασίνγκ», και αργότερα δέχτηκε πρόταση από δύο επαγγελματικές ομάδες, τις οποίες όμως αρνήθηκε.
Στο Πανεπιστήμιο διδάσκεται τον Νίτσε, από τον καθηγητή του, Ζαν Γκρενιέ, και σιγά-σιγά ξεκινάει να γράφει και να δημοσιεύει κείμενά στο περιοδικό Sud. Παίρνει το πτυχίο των ανωτάτων σπουδών φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής, αλλά λόγω της φυματίωσης που παρουσιάζει το 1930, δεν κατορθώνει να περάσει το διαγωνισμό πιστοποίησης, που θα του επέτρεπε να διδάξει. Λόγω των προβλημάτων με την υγεία του, αποφασίζει να φύγει από το οικογενειακό σπίτι και να ζήσει μόνος του. Για να τα βγάλει πέρα οικονομικά, παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα.
Το 1935, σε ηλικία 22 χρονών, προσχωρεί στο κομμουνιστικό κόμμα, αλλά δύο χρόνια αργότερα, το 1937, τον αποβάλλουν με την κατηγορία ότι είναι τροτσκικός. Την ίδια χρονιά (1937), ιδρύει το «Θέατρο της Εργασίας», το οποίο αργότερα μετονομάζει σε «Θέατρο της Ομάδας» και διασκευάζει τον «Καιρό της Καταφρόνιας» του Μαλρώ, τον «Προμηθέα» του Αισχύλου και τους «Αδελφούς Καραμαζώφ» του Ντοστογιέφσκι.
Παράλληλα, εργάζεται στην εφημερίδα «Λαϊκό Μέτωπο» του Πασκάλ Πια. Η έρευνα που κάνει με τίτλο «Μιζέρια της Καμπυλίας», προκαλεί έντονες αντιδράσεις, με αποτέλεσμα το 1940 η κυβέρνηση της Αλγερίας να απαγορεύσει την κυκλοφορία της εφημερίδας και να φροντίσει να μη ξαναβρεί δουλειά ο Καμύ.

Την ίδια χρονιά, επιδιώκει να καταταγεί στο στρατό, αλλά παίρνει αναβολή λόγω υγείας.
Αποφασίζει να εγκατασταθεί στο Παρίσι και βρίσκει δουλειά ως γραμματέας σύνταξης στην εφημερίδα «Paris-Soir». Το 1943 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του εκδοτικού οίκου «Gallimard» και τη διεύθυνση της εφημερίδας «Μάχη», στην οποία γράφουν οι σημαντικότεροι Γάλλοι αριστεροί διανοούμενοι. Εγκαταλείπει τη θέση του
διευθυντή στην εφημερίδα, το 1947, μετά από διαφωνία με τη συντακτική ομάδα.
 
Ο Αλμπέρ Καμύ υπήρξε στενός φίλος με τον Ζαν Πωλ Σαρτρ. Όμως το 1951, έμελλε να είναι η χρονιά της ρήξης στη σχέση τους. Εκείνη την περίοδο, ο Καμύ εκδίδει το δοκίμιο «Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος», και δέχεται έντονη επιθετική κριτική από το περιοδικό «Μοντέρνοι Καιροί», διευθυντής του οποίου είναι ο Σαρτρ. Ο Καμύ, νιώθοντας προδομένος, δηλώνει: «Δε δέχομαι μαθήματα ηθικής στάσης από ανθρώπους που το μόνο που διακινδυνεύουν κόντρα στην παλίρροια της ιστορίας είναι η πολυθρόνα τους». 
Αποτραβιέται σταδιακά από τους Παρισινούς κύκλους και ξεκινάει τα ταξίδια. Μάλιστα, την Ελλάδα την επισκέφτηκε δύο φορές, το 1955 και το 1958.
Η αεικίνητη κορμοστασιά του, τα πράσινα μάτια του, και το -μόνιμα- κρεμασμένο τσιγάρο από τα χείλη του, τον έκαναν ιδιαίτερα γοητευτικό στα μάτια των γυναικών. Ο ίδιος υπήρξε αθεράπευτα γυναικάς. Η πρώτη του σύζυγος ήταν η Σιμόν Ιέ και η δεύτερη η πιανίστρια Φρανσίν Φορ, με την οποία απέκτησε δίδυμα. Διατηρούσε όμως, παράλληλα, δεσμό, για 16 ολόκληρα χρόνια, με τη διάσημη Ισπανίδα ηθοποιό, Μαρία Κασάρες.
 Το 1952 έρχεται σε ρήξη με τον Ζαν Πωλ Σαρτρ με τη δημοσίευση στο περιοδικό Μοντέρνοι καιροί (Les Temps modernes) του άρθρου από τον Ανρί Ζανσόν (Henri Jeanson) που προσάπτει στην εξέγερση του Καμύ ότι είναι «εκ προθέσεως στατική». Το 1956, στο Αλγέρι, πρότεινε την «πολιτική ανακωχή» ενώ μαινόταν ο πόλεμος. Εκδίδει την Πτώση (La Chute), ένα απαισιόδοξο βιβλίο. Το 1957 τιμάται με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του.
Ο Καμύ βρίσκει τον θάνατο στις 4 Ιανουαρίου 1960, πριν προλάβει να συμπληρώσει τα 47 του, σε αυτοκινητικό ατύχημα στο (Πτι) Βιλμπλεβέν της Υόν (Yonne), όταν ο οδηγός και συγγενής του στενού του φίλου Γκαλιμάρ παρεκκλίνει της πορείας του και ρίχνει το αυτοκίνητο μάρκας Facel-Vega σε ένα δέντρο. Οι εφημερίδες της εποχής κάνουν λόγο για υπερβολική ταχύτητα (130 χλμ/ω), αδιαθεσία του οδηγού ή σκάσιμο του ελαστικού, αλλά ο συγγραφέας Ρενέ Ετιάμπλ διαβεβαιώνει ότι μετά από επίμονες μελέτες είχε στα χέρια του αποδείξεις ότι η Facel-Vega ήταν ένα κινητό φέρετρο - ωστόσο καμία εφημερίδα δεν δέχτηκε να τις δημοσιεύσει.
Ο Καμύ τάφηκε στο Λουρμαρέν (Lourmarin) της Βωκλύζ (Vaucluse), όπου είχε αγοράσει μια κατοικία.

 Le Mythe de Sisyphe («Ο μύθος του Σίσυφου», δοκίμιο για το παράλογο, 1942)
La Chute («Η πτώση», 1956) Μυθιστόρημα
 Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος 1951 δοκίμιο
 Les Justes («Οι Δίκαιοι», 1949)Θεατρικό



Ο ΜΥΘΟΣ του ΣΙΣΥΦΟΥ Η ΠΤΩΣΗ Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου