Γιάννης Ρίτσος 5 Άπαντα συνέχεια...



ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΔΕΝΤΡΟ (1987)

ΓΗΡΑΤΕΙΑ
Ά ναι, γερνάνε και τ’ αγάλματα και τα ποιήματα.
Πολλοί είχαν πάρει μέρος στην ιστορία εκείνη —
άνθρωποι, ζώα, παιδιά, ποτάμια, δέντρα,
αγόρια και κορίτσια με μοτοσικλέτες, δυο άσπρες πάπιες,
ο σιωπηλός τρελός μ’ ένα αποτσίγαρο κι ένα παξιμάδι·
κι ήταν τότε ένα χρυσό θερινό μεσημέρι κι ανεμίζαν
τα πούπουλα σφαγμένης κότας λάμποντας στον αέρα,
κι ή θεία Ευαγγελία στην κουζίνα καθάριζε μπάμιες,
και μια μεγάλη πεταλούδα κάθισε στην αλατιέρα.
Κανένας, μα κανένας δεν ήξερε τότε
πως το παροδικό περνάει στο μύθο. Στο σταθμό του τραίνου
ήρθε και κάθισε σ’ ένα παγκάκι μια γερόντισσα μαυροφορούσα
κρατώντας στην ποδιά της ένα καλάθι αυγά σα να ’ταν
το μόνο πράγμα πού ’χε στον κόσμο. Εκεί αποκοιμήθη.
Κάποιος περαστικός της πήρε το καλάθι. Κι έπεσε ή νύχτα.
Ά, ναι, γερνάνε και τ’ αγάλματα και τα ποιήματα κι
οι μνήμες των ηρώων.
Καρλόβασι, 23. VII.87

ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ
Εκείνα που δεν έλεγες ποτέ, ακριβώς εκείνα,
έδιναν αίμα στα λόγια που έλεγες κι έμεναν στον αέρα
μετέωρα, διφορούμενα, σαν ανεξήγητοι ήχοι
νυχτερινής μελλοντικής μουσικής. Τώρα
δεν έχεις τίποτα να πεις, αφού δεν έχεις τίποτα να κρύψεις. Ή σιωπή
σε κλείνει ολόσωμον έξω απ’ τα γεγονότα
ν’ ακούς τις νεανικές μοτοσικλέτες κάτω στον παραθαλάσσιο δρόμο,
ν’ ακούς και τα σφυρίγματα των πλοίων «Σάμαινα», «’Ίκαρος», «Αιγαίο»,
που αρμενίζουν νυχτοήμερα σ’ εναλλασσόμενες μπουνάτσες καί φουρτούνες
με τελικό τους προορισμό το μέγα, σκοτεινό Αγκυροβολείο.

Καρλόβασι, 7. VIII. 87


ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ
Τ’ αμπέλια, οι ελαιώνες, τ’ άσπρα σπίτια του λόφου,
τα χελιδόνια, τα σπουργίτια, τα τζιτζίκια, — όλα τούτα
ήτανε κάποτε ιδιοκτησία μας. Τα τριζόνια, τις νύχτες,
φώτιζαν με μικρές φωνές τον ύπνο μας. Ή Ελένη
πριν από χρόνια επέστρεψε στη Σπάρτη. Εδώ, μας έχει αφήσει
κάτι φθαρμένα αραχνοΰφαντα πέπλα της και κάτι
άδεια κρυστάλλινα φιαλίδια αρωμάτων. Με αυτά
ξεγελαστήκαμε αρκετό καιρό σ’ επίμονες αναπολήσεις,
ξεγελάσαμε ακόμη και τούς άλλους· — κανένας δεν κατάλαβε.
Οι Διόσκουροι, βέβαια, μεταμορφώθηκαν σε αστέρια.
’Έτσι πιστέψαμε και στη δική μας μεταμόρφωση. Ωστόσο
το σπασμένο θερμόμετρο δε δείχνει πια καμιά θερμοκρασία.
Μόνο τα σταγονίδια του υδραργύρου σκόρπια στο δάπεδο
σπιθίζουν πότε πότε στις άγρυπνες νύχτες μας σαν άστρα δήθεν.
Καρλόβασι, 17.Vιιι.87

ΑΥΤΟΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ
Αφήνει πίσω του τον ύπνο και το δρόμο τον στρωμένο απ’ το φεγγάρι
με λεπτά φύλλα χρυσού. Κι είναι μόνος του τώρα
εδώ, στο λίγο, στο ελάχιστο, μ’ ένα ραβδί κι εν’ άδειο καλάθι. Διακρίνει
μετέωρα τα βουνά μες στην ομίχλη. Η μοναξιά του
δεν έχει πια καθόλου βάρος. Θα μπορούσε να πετάξει. Μα όχι.
Κάθεται στην καρέκλα. Παίρνει ένα μήλο. Το δαγκώνει.
Στα χνάρια που άφησαν τα δόντια του πάνω στο μήλο
μπορεί επιτέλους να διαβάσει το σωστό όνομά του.
Καρλόβασι, 27. VIII.87

ΩΡΕΣ ΒΡΟΧΗΣ
Ήρθαν οι πρώτες βροχές. Άλογα μουσκεμένα
στέκονται κάτω απ’ τα δέντρα με μισόκλειστα μάτια
κάνοντας πώς μασάνε λίγο ξερό χορτάρι
μέσα στη φθινοπωρινή τους άνοια. Η Μαρία
θα ’θελε να χτενίσει με τη χτένα της τη βρεγμένη τους χαίτη. ’Αλλά
οι τελευταίοι παραθεριστές έφευγαν κιόλας. Μια κότα
λίγο πιο κει κακάριζε ανάρμοστα. Κι ήταν μια λύπη
να βλέπεις πλήθος τα σπουργίτια πεινασμένα να χαμοπετάνε
στα τρυγημένα αμπέλια, να βλέπεις και τα σύννεφα
ν’ αλλάζουν, να σκίζονται, να τρέχουν παρ’ ότι
καρφωμένα εδώ κι εκεί με μαύρες πρόκες από κοράκια.
Έτσι, μέσα σε λίγες ώρες, γέρασε ή Μαρία.
Καρλόβασι, 28.VIII.87

ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΠΕΤΡΕΣ
Να ζωγραφίζεις πέτρες, ήσυχος, ξεχασμένος,
ακολουθώντας τις βουβές υπαγορεύσεις τους. ’Ιδού, μια κόρη
πάναγνη, ωραία, με στήθος γυμνό. Στη ματιά της
φέγγει η δική σου θλίψη που δεν την ερωτεύτηκες. Ιδού,
κι ο αρχαίος έφηβος με την ταινία στους βοστρύχους
και με την άψογη κατατομή. Πιθανόν δισκοβόλος,
πιθανόν μουσικός. ’Αλλά δεν έφτασε η πέτρα
να σχεδιάσεις και τη λύρα πάνω στο γόνατό του. ‘Ωστόσο
αργά τη νύχτα, περασμένα μεσάνυχτα, ακούς
την άφαντη λύρα να ηχεί σ’ ένα εξαίσιο τραγούδι,
ένα δικό σου ανείπωτο τραγούδι, ενώ
τ’ ασθενοφόρα πολυθόρυβα κάτω στο δρόμο
περνάνε μεταφέροντας τούς 78 σκοτωμένους.
Καρλόβασι, 29. VIII. 87

ΑΡΓΑ, ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ (1988)

ΝΥΧΤΩΣΕ
Κι ή αποψινή γιορτή αναβλήθηκε.
Κι ούτε πού ξέραμε καθόλου
τί θα πενθούσαν, τί θα γιόρταζαν.
Μεμιάς ανάψανε τα φώτα κι έσβησαν.
Απ’ το παράθυρο είδαμε τους μουσικούς·
πέρασαν άφωνοι τη λεωφόρο
έχοντας στους ώμους τους
τεράστια χάλκινα όργανα.
Μείνε, λοιπόν, εδώ,
κάπνισε το τσιγάρο σου
μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη ησυχία,
μέσα σ’ αυτό το θαύμα-τίποτα.
Κωφάλαλα τ’ αγάλματα.
Κωφάλαλα και τα ποιήματα. Νύχτωσε.
Αθήνα, 1.1.1988

Η ΣΚΑΛΑ
Η σκάλα αυτή για τα μεγάλα λιακωτά,
για τα πανύψηλα δέντρα,
αυτή που την ανέβηκαν οι εφτά γερόντισσες
και βγάλανε κρυφά φτερά κάτω απ’ την πουκαμίσα τους
σε καιρό τυφλό και γυμνό και άδειο,
σε καιρό αμύθητο,
πεσμένη τώρα καταγής
την πνίγουν οι τσουκνίδες λίγο λίγο,
γίνεται χώμα, γίνεται χορτάρι,
την κατατρώνε μερμήγκια και σκουλήκια.
Κάλαμος, 7.1.88

ΤΟ «ΙΣΩΣ»
Ίσως και να ’χουν κάποια άξια
αυτά που αφήσαμε πίσω μας,
ίσως να λάμψουν τα δώδεκα ποτήρια
στο επίσημο στενόμακρο τραπέζι,
ίσως να δώσουν μια μέρα τ’ όνομά μας
σ’ ένα χωριό, σ’ ένα βουνό, σ’ ένα δρόμο.
Ίσως. Ίσως. Μα τώρα
και τούτο το «ίσως» πάνω στα χείλη σου
έχει χλωμιάσει καί γεράσει.
Κάλαμος, 7.1.88

Η ΔΙΚΗ
Άλλοι περνούσαν βιαστικά τη λεωφόρο
χωρίς να κοντοστέκουν μπροστά στις βιτρίνες. Οι άλλοι
γύριζαν κουρασμένοι απ’ την κηδεία
με πανωφόρια πολύ πιο μακριά απ’ όσο συνήθως.
Στην τσέπη τους κρατούσαν ακόμη το μισό παξιμάδι
(εκείνο της μνήμης των νεκρών) αφάγωτο, περιμένοντας,
όταν κανείς δε θα τους έβλεπε, να το πετάξουν
στην πρώτη ερημική γωνιά. Και πίσω τους η μαύρη μάνα
τα μάζευε ένα ένα σαν πειστήρια δικά της
για τη Μεγάλη Δίκη εκείνων που επιζήσαν.
Αθήνα, 17.1.88

ΩΣΠΟΥ
Η θειά Μαρίτσα, η θειά Κατίνα με τα καπελάκια τους,
με τις χρυσές καρφίτσες τους, με τα έπιπλά τους το ’να πάνω στ’ άλλο,
με τις κασέλες, τα διπλά πολυκέντητα σεντόνια,
με τα χίλια κουζινικά χαλκώματα. Τί τα μαζεύαμε — είπαν —
δεν έμεινε χώρος να κάτσουμε. Κι ωστόσο
συνέχιζαν ακόμη να μαζεύουν
σπάγκους, χαρτοσακούλες, μανταλάκια. Κι οι κατσαρίδες κι ο σκόρος
κρί, κρί, τη δουλειά τους. Ώσπου, μια νύχτα,
πήρε φωτιά το σπίτι τους. Κι οι δυο λιγνές γεροντοκόρες
τρέξαν ξυπόλητες, μισόγυμνες στο δρόμο,
με τ’ άσπρα μακριά νυχτικά τους
κι έμειναν έτσι απορημένες, τρέμοντας να κοιτούν τη φωτιά
κρατώντας κάθε μια στο χέρι της μόνο ένα μαύρο καπελάκι.
Αθήνα, 17.1.88

ΑΘΩΟΤΗΤΑ
Τ’ ανθοπωλείο, τ’ οπωροπωλείο, το μπακάλικο, ο φούρνος,
πιο κει το κρεοπωλείο. Περνάει μια γυναίκα κρατώντας
ένα τεράστιο μαρούλι. Ο αστυφύλακας την παρακολουθεί. Μα εγώ
πώς ν’ αποδείξω την αθωότητα μου, αφού το βράδυ
πέφτει νωρίς και μέ κρύβει; Τ’ αστέρια
μετατοπίζουν σκόπιμα την προσοχή μας. Εγώ
το μόνο που ονειρεύτηκα ήταν
ένα μονάχα απρόσιτο φύλλο
απ’ αυτό το τεράστιο μαρούλι της λυπημένης γυναίκας.
Αθήνα, 20.1.88

ΑΛΛΑΓΕΣ
Αυτοί που έφυγαν ήταν δικοί μας. Μάς έλειψαν.
Αυτοί που γύρισαν μάς είναι ολότελα άγνωστοι.
Άλλοτε δε φορούσανε γυαλιά. Τώρα φοράνε.
Δεν ξέρεις αν υπάρχουν μάτια πίσω απ’ τα γυαλιά τους.
Θα πρέπει να τους δούμε όταν κοιμούνται,
την ώρα πού οι βαλίτσες τους ανοιχτές στο διάδρομο
εκπνέουν τον ξένο αέρα καινούργιων εσώρουχων,
την ώρα που ανάβει έξω στο δρόμο το μεγάλο φανάρι
φωτίζοντας τις πόρτες των κλειστών καταστημάτων
και το αδιάβατο γίνεται προσιτό, γιατί δεν έχεις
τίποτα πια ν’ αγοράσεις ή να πουλήσεις.
Αθήνα, 23.1.88

ΛΑΘΟΣ
Αρνήσεις, διαψεύσεις, αναθεωρήσεις. Τίποτα. Κάθεσαι τώρα
στη μαλακή συννεφιά, σε μια παλιά καρέκλα,
κοιτάς τα δάχτυλά σου, κιτρινισμένα απ’ τα τσιγάρα,
ξεχνάς τους αριθμούς, τα γεγονότα. Δε λογαριάζεις
έξοδα κι έσοδα· — ποιά έσοδα; Χαμένες
κι οι διευθύνσεις των παλιών σου φίλων. Κι αν, μια νύχτα,
χτυπήσει κάποτε το τηλέφωνό σου,
ακούγεται μια ξένη μακρινή φωνή να λέει:
«Με συγχωρείτε, κύριε, λάθος. Λάθος».
Αθήνα, 2.II.88

ΕΝΑ ΑΝΘΟΠΩΛΕΙΟ
Όλα τα υπάρχοντά του τα ξόδεψε. Ξόδεψε ακόμη
όλα τα μυστικά του σε διφορούμενες λέξεις. Εξάντλησε
τα τελευταία του αποθέματα ουρανού σε σιωπηλές τελετουργίες,
σε εικονικά συμπόσια με άδεια ποτήρια,
με μουσικές χωρίς όργανα. Τώρα σωπαίνει. Ωστόσο
ξέρει καλά πως στη γωνιά των οδών Κόρακα και Παπαναστασίου
λειτουργεί πάντα ένα μικρό θλιμμένο ανθοπωλείο
και το περίεργο είναι πως υπάρχουν ακόμη
άνθρωποι, μάλλον φτωχοί, που αγοράζουν λουλούδια.
Αθήνα, 5.II.88

ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Τι ωραία που ανηφορίζουν τα δέντρα στους λόφους.
Ο Μάης πρασίνισε τον τόπο. Πίσω απ’ τα δέντρα
τ’ άσπρα σπιτάκια κουβεντιάζουν μεταξύ τους
κάτι άσπρο και ήσυχο — αφίξεις πλοίων,
αφίξεις παραθεριστών, πουλιών, ερώτων. «Κι εγώ, — είπε —
εγώ φεύγω, εγώ φεύγω.» Και το ποίημα
έχει το στόμα του κλεισμένο μ’ έναν κέρινο σταυρό.
Κάλαμος, 2.V.88

Η ΜΑΥΡΗ ΒΑΡΚΑ
Ο γέρος κάθεται στο κατώφλι. Νύχτα. Μονάχος.
Κρατάει στο χέρι του ένα μήλο. Οι άλλοι
αφήσανε τη ζωή τους στην αρμοδιότητα των άστρων,
Τί να τούς πεις; Η νύχτα είναι νύχτα.
Κι ούτε που ξέρουμε τι ακολουθεί. Το φεγγάρι
κάνει πως διασκεδάζει κάπως
σπιθίζοντας ατέλειωτα στη θάλασσα. Ωστόσο
μέσα σ’ αυτή τη λαμπρότητα διακρίνεται ευκρινέστερα
η μαύρη δίκουπη βάρκα με τον σκοτεινό βαρκάρη που μακραίνει.
Αθήνα, 4.V.88
.
ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ (1988-1989)
1
Το βράδυ πέρασε στο δρόμο
ο τυφλός γέρος.
Κρατούσε μια μαργαρίτα —
το τελευταίο μου επιχείρημα.
2
Κι η τεφροδόχος κάποτε,
την ώρα που πέφτει το δείλι,
κοιτιέται στον καθρέφτη.
Τα πρόσωπα ροδίζουν.
3
Στο κέντρο της αίθουσας
ένα μεγάλο τραπέζι
πάνω του η άδεια θήκη
ενός βιολοντσέλου.
Θυμάσαι;
4
Καθώς κατέβαινε απ’ τη σκάλα
έπεσε απ’ τα μαλλιά της
ένα τριαντάφυλλο.
Δεν το σήκωσα.
5
Καλύτερα, λοιπόν, να σωπάσεις
Αν έλεγες «αύριο»,
θα ‘λεγες ψέματα.
Η νύχτα δε σε κρύβει.
6
Σφυρίγματα πλοίων διασταυρώνονται
με καμπανοκρουσίες. Τα καράβια
βγήκανε στη στεριά. Οι εκκλησίες
μπήκαν στη θάλασσα. Κι ένα σκυλί
γαβγίζει καταμόναχο μες στο φεγγάρι.
7

Εφέτος τα ηλιοτρόπια
θα στρέφουν προς το μέρος του ήλιου,
σκυφτά κοιτούν το στεγνό χώμα.
8
Τι να σκέφτονται τάχα τα πουλιά
αρχές φθινοπώρου
όταν το χειραμάξι του κήπου
με τις άδειες γλάστρες
προσηλώνεται στη σκιά του
κι οί γυμνές πέτρες
έχουν τον πρώτο λόγο;
9
Ένα άσπρο πούπουλο
διαβατικού πουλιού
έπεσε στ’ αγκάθια —
ένας κόσμος ελάχιστος,
ολόκληρος ό κόσμος.
10
Έφυγαν άλλοι με βαπόρια,
άλλοι με τραίνα.
Έμεινε η γριά με τη ρόκα της
και με μια στάμνα.
Ο χάρτης στον τοίχο μένει άδειος.
11
Ψάχναν με λαδοφάναρα όλη νύχτα.
Άφησαν στο λιμάνι τους πνιγμένους.
Φόρτωσαν στο καράβι τ’ άλογα.
Το μεγάλο ρολόι του Τελωνείου
δεν έχει δείχτες.
12
Οι χτεσινοί στρατιώτες γέρασαν.
Λίγο- λίγο πεθαίνουν κι οι λέξεις.
Πάνω στο τραπέζι
ένα αυγό καταμόναχο.
13
Πέτρες ζωγραφισμένες.
Ωραίες μορφές, ωραία σώματα.
Δε σε συγκινούν.
Ένα τσιγάρο μόνο του καίγεται στο σταχτοδοχείο-
καπνός στη στέγη μιας χαμένης Ιθάκης,
κι η Πηνελόπη, μπροστά στον αργαλειό της,
νεκρή.
14
Τα πιο πολλά χρυσά σου νομίσματα
τα ‘κρυψες στις οπές του τοίχου.
Όταν θα γκρεμιστεί το σπίτι
ίσως τα βρουν.
15
Άνθισαν πάλι τα τριαντάφυλλα πολύχρωμα.
Λευκές πεταλούδες τα επισκέπτονται.
Γιατί, λοιπόν, θα πρέπει να πεθάνουμε;
16
Τον πνιγμένο τον ξάπλωσαν στην προκυμαία.
Νέος ωραίος, ολόγυμνος.
Στ’ αριστερό του χέρι, το ρολόι
δουλεύει ακόμα.
17
Κάποτε, ακόμη και τώρα, τις νύχτες,
ένα αηδόνι μου υπαγορεύει
να πω και πάλι « ν αι »
18
Αν δεν υπήρχε ό θάνατος,
ποιος γλύπτης, ποιος ποιητής θα δούλευε
για την αθανασία.
19
Ασάλευτο, αυστηρό σκοτάδι
υπογραμμίζει το άστρο.
Α, εσύ, πονηρέ μου.
20
Αν σου ‘πα ψέματα, δεν ήταν
για να σε ξεγελάσω.
Ήταν για να σε προστατέψω
απ’ τον Ίσκιο σου.
21
Όλα του τα χρυσά μετάλλια
κρεμασμένα στους τοίχους.
Κι αυτός, κάτω απ’ το χώμα,
μόνο με δυο χρυσές κι ολόγυμνες
οδοντοστοιχίες.
22
Ποιος άφησε αυτό το λουλούδι
πλάι στο τσιγάρο μου;
Ίσως για να πιστέψω.
23
Άνοιξε ή πόρτα μόνη της.
Κανείς δεν ήταν.
38
Πολύ μεγάλωσαν τα φτερά του.
Θα πρέπει να τα κόψει
σ’ εκείνο το μικρό κουρείο της γειτονιάς
χωρίς να κοιτάζει στον καθρέφτη.
39
Όπου κι αν πάς, ο θάνατος
σε παίρνει από πίσω.
Γυρνάς μια στιγμή και του δείχνεις
ένα μικρό λουλούδι ή ένα ποίημα
κι ο θάνατος φεύγει.
Όμως για πόσο;
40
Το σπαρματσέτο λιώνει λίγο λίγο,
στάλες κερί λεκιάζουν τα χαρτιά μου —
ας ήτανε να μου ‘σβηναν τις μαύρες λέξεις.
41
Δεν καταθέτει τα όπλα. Ζητάει ν’ αντιτάξει
κάτι όμορφο στην επερχόμενη νύχτα.
Όμως το κάθε ωραίο είναι διάφανο
και πίσω του διαφαίνεται ο ασφοδελός λειμώνας.
4.Χ. 88
42
Πριν μετρήσω στα δάχτυλα
ως το 10,
νύχτωσε.
Μείναμε χωρίς όνειρο,
χωρίς ψωμί.
43
Δοκίμασε ν’ ανέβει πάλι
τη μεγάλη σκάλα.
Δεν άντεξε.
Κατέβηκε ξανά στηριγμένος
στην κούρασή του.
44
Καιρός των αποσιωπητικών,
των διφορούμενων χαμόγελων.
Γέρασε το κρασί μες στα έντεκα ποτήρια.
Το δωδέκατο άδειο.
45
Άοπλος. Ναι.
Μ’ ένα μονάχα πούπουλο
από κείνα τα μεγάλα φτερά του
γράφει ακόμη ένα άνθος λυπημένο.
46
0 χορευτής που πηδούσε απ’ τό παράθυρο
σαν Άγγελος,
τώρα γονυκλινής
ικετεύει το Θεό
για ένα πορτοκάλι.
Αθήνα, 5.Χ. 88
65
Σκούριασαν τα μπουριά της σόμπας.
Έσπασε ο καθρέφτης.
Ποιος είναι αυτός που κοιμάται
στο δικό μας κρεβάτι;
Πάνω στο μέτωπό του
ένα μαύρο πουλί.
16.Χ. 88
66
Εκεί ψηλά που ανέβηκες
(δεν το ’ξερες;)
πού να βρεις πια συντρόφους;
18.Χ. 88
67
Ένας τυφλός μες στο μουσείο
χτυπάει ελαφρά το ραβδί του στα πλακάκια.
Τ’ αγάλματα περίλυπα
τον κοιτούν.
19.Χ.88
68
Ίσως να μας υπερασπίσει ακόμα
η φωνή ενός πουλιού,
ένα άστρο που μάς δείχνει την προτίμησή του,
η γαλανή γραμμή των βουνών στο χρυσό δείλι
κι ο λόγος που ωριμάζει στη βαθύτερη σιωπή.
80
Δεν τον αγγίζουν πια τα γεγονότα
ούτε τα όνειρα.
Βγάζει το ’να παπούτσι του·
δε βγάζει το άλλο.
Ξαπλώνει στο κρεβάτι του.
Υποδύεται τον κοιμισμένο
μ’ ένα σβηστό τσιγάρο στο στόμα του
20.ΧΙΙ.88
81
Λίγο λίγο τα ονόματα δεν εφαρμόζουν
πάνω στα πράγματα. Καπνοί τσιγάρων
γεμίζουν το σπίτι. Η νικοτίνη
πικρίζει τα χείλη της σιωπής. Αύριο
θα πρέπει ν’ αγοράσω μιαν ομπρέλα.
20.XII.88
82
Ξαναγυρνάμε σ’ αυτά πού εγκαταλείψαμε,
σ’ εκείνα που μας εγκατέλειψαν. Στα χέρια μας
ένα πλήθος κλειδιά, που δεν ανοίγουν
ούτε πόρτα ούτε συρτάρι ούτε βαλίτσα —
χτυπάμε το ’να στ’ άλλο και χαμογελάμε
μην έχοντας πια να ξεγελάσουμε κανέναν
ούτε τον ίδιο τον εαυτό μας.
Αθήνα, 1.1.89

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Αποχαιρετιστήρια χρώματα των δειλινών. Καιρός να ετοιμάσεις
τις τρεις βαλίτσες — τα βιβλία, τα χαρτιά, τα πουκάμισα —
και μην ξεχάσεις εκείνο το ρόδινο φόρεμα πού τόσο σου πήγαινε
παρ’ ότι το χειμώνα δε θα το φορέσεις. Εγώ,
τις λίγες μέρες πού μας μένουν ακόμη, θα ξανακοιτάξω
τούς στίχους πού έγραψα Ιούλιο κι Αύγουστο
αν και φοβάμαι πώς τίποτα δεν πρόσθεσα, μάλλον
πώς έχω αφαιρέσει πολλά, καθώς ανάμεσα τους διαφαίνεται
η σκοτεινή υποψία πώς αυτό το καλοκαίρι
με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, τη θάλασσα του,
με τα σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα,
με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο κάτω απ’ τα μπαλκονάκια
και με την υποκριτική ευσπλαχνία του, θα ‘ναι το τελευταίο.
Καρλόβασι, 3.IX.89

ΥΠΕΡΩΟΝ (2013)

ΣΥΧΝΑ
Στ’ αλήθεια
δεν είχα τίποτα να πω.
Έτσι
άφησα το παράθυρό μου
ολάνοιχτο.
Οι δύο κουρτίνες
έχουν αναλάβει τις κινήσεις
των ξενιτεμένων,
ενώ εγώ προσπαθώ
να φέξω τη νύχτα
μ’ ένα μοναδικό
πορτοκάλι.
Αθήνα, 2.ΙΙΙ.85

ΑΝΤΙΔΩΡΟ
Ανάκατες εφημερίδες
χάμου στο πάτωμα.
Κι εμείς χωρίς καθρέφτη,
αλλά με όλη την άνεση
των στερημένων,
φορέσαμε το καπέλο μας,
βγήκαμε στο δρόμο,
δε χαιρετήσαμε κανέναν.
Αθήνα, 2.ΙΙΙ.85

ΕΙΚΟΝΕΣ
Στο βάθος
τα μυθικά νησιά
διάφανα
γλάροι και ιστία,
παράλληλη παρέλαση:
άλογα στη στεριά,
δελφίνια στη θάλασσα.
Στην ταράτσα του Αντίνοου
ένα μεγάλο παγώνι
ανοίγει
τα στρογγυλά του χρώματα.
Εγώ συμμερίζομαι
την αμηχανία του.
Αθήνα, 3.ΙΙΙ.85

ΣΤΟ ΥΠΕΡΩΟΝ
Μετά την παράσταση
έμεινε κρυφά στο υπερώων
στα σκοτεινά.
Η αυλαία ολάνοιχτη.
Εργάτες της σκηνής,
φροντιστές, ηλεκτρολόγοι
ξεστήνουνε τα σκηνικά,
μετέφεραν στο υπόγειο
ένα μεγάλο γυάλινο φεγγάρι,
σβήσαν τα φώτα,
έφυγαν,
κλείδωσαν τις πόρτες.
Σειρά σου τώρα,
χωρίς φώτα,
χωρίς σκηνικά και θεατές,
να παίξεις εαυτόν.
Αθήνα, 4.IIΙ .85

ΔΙΑΥΓΕΙΑ
Από ψηλά, απ’ το βουνό,
φαίνονται καθαρότερα
οι φωνές των πουλιών,
οι φωνές των τρυγητών,
τα μακρινά πλοία,
το σπασμένο χέρι του αγάλματος,
ο καπνοπώλης,
κι εσύ ο ίδιος,
απλησίαστος, άτρωτος,
ανέγγιχτος,
ενώ ο καπνός του τσιγάρου σου
σμίγει με τον καπνό του καραβιού
που σε γυρίζει πίσω.
Αθήνα, 4.IIΙ .85

ΑΠΟΓΥΜΝΩΣΗ
Η σόμπα σκούριασε.
Τα μπουριά ξεφλουδάνε.
Οι τοίχοι ραγίζουν.
Στο κάδρο
ένα δέντρο ολομόναχο
πράσινο ακόμη.
Πούλησες και το ρολογάκι
του χεριού σου.
Νοθέψανε και τον καφέ.
Ένα τσιγάρο ξεχασμένο
καπνίζει στο σταχτοδοχείο.
Λοιπόν,
τόσο μεγάλο κενό,
τόση στέρηση,
η ελευθερία;
Αθήνα, 9.III.85

ΑΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ
Τα φώτα είχαν ανάψει στην πλατεία.
Οι ανταύγειες περνούσαν απ’ τα τζάμια
στα σκοτεινά δωμάτια. Το επιπλοποιείο
είχε κλείσει από ώρα. Στο βάθος
ακούγεται η κιθάρα του Τυφλού κατάκοπη
σε απώτερο χρόνο. Τ’ αγάλματα τού διαδρόμου
σαλεύουν ανεπαίσθητα τα χείλη τους. Ο μεγάλος Σκύλος
ήθελε να μού δείξει τη φιλία του. ’Αλλά
ο Αλκιβιάδης του ’χε κόψει την ούρα του.
Έτσι έμεινε το ποίημα δίχως λέξεις.
Αθήνα, I0.III.85

ΑΘΩΟΙ
Πρωινό Δευτέρας κουρασμένο, λαϊκά ξενοδοχεία,
πατημασιές λασπωμένες στις σκάλες,
λουκάνικα κρεμασμένα στα παντοπωλεία,
κι άλλα καλάθια κι άλλα προσχήματα. Ωστόσο,
το δέντρο αυτό, παρ’ ότι μελαγχολικό, επιμένει
να μάς καλεί σε απολογία, εμάς που, δυο χρόνια
τουλάχιστον δυο χρόνια και τρεις μήνες,
σε τίποτα, μα τίποτα, δεν έχουμε φταίξει.
Αθήνα, 11.III.85

ΜΕΤΑΠΛΑΣΕΙΣ
Πολλά είναι δύσκολα, πιο δύσκολα ακόμα —
οι μπόγοι των προσφύγων στο πεζοδρόμιο,
το κλειστό χαρτοπωλείο,
τα δεκανίκια του περιπτεριούχου,
ένα θαλασσοπούλι, ένα άστρο, ένα κατάρτι.
Πολλά δυστροπούν στη ματιά σου,
πολλά δυσπιστούν στην αφή σου.
Και πρέπει πάλι ν’ αγρυπνήσεις
ως τη συγκινημένη εκείνη απάθεια, ώσπου, τέλος,
τίποτα πια δε θα διαφωνεί μαζί σου. ’Ανέβα,
έχει μια θέση στο λεωφορείο. Βρέχει.
Αθήνα, 12.III.85

ΧΩΡΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ
Πίσω απ’ τη μάντρα, σπασμένα γυαλιά,
σπασμένες στάμνες και κονσερβοκούτια,
τα λυπημένα σκυλιά, οι άγριες γάτες,
πλήθος τσουκνίδες κι ανάμεσα τους
ένα μικρό λουλούδι κίτρινο,
σαν άστρο παραμελημένο,
έχει αναλάβει να πληρώσει
όλα τα σπασμένα.
Μαζί κι εγώ.
Αθήνα, 14.III.85

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ
Βαθιά αμεριμνησία του τελειωμένου έργου.
Πόσα καρφιά στους τοίχους της κρεβατοκάμαρας.
Μπορείς ν’ ανάψεις ή να μην ανάψεις φως.
Τα ποτήρια είναι τρία.
Μες στον καθρέφτη του λουτρώνα
γυμνό το σώμα του Πατρόκλου
ολοπόρφυρο.
Πορφυρά και τα χέρια σου. Ωστόσο
το πρόσωπό σου είναι σωστό.
Πρόσεξε μην αγγίξεις τα σεντόνια.
Αθήνα, 15.11185

ΑΝΑΔΡΟΜΗ
Σαπουνόνερα, λάσπη, αγριόχορτα,
σημαδεμένοι τοίχοι —
πόσοι εκτελεσμένοι.
Τα κουμπιά απ’ τα σακάκια τους,
απ’ τα πουκάμισά τους,
μαζεμένα
σ’ ένα κουτί σιδερένιο,
κουδουνίζουν τις νύχτες.
Ράβω, ξεράβω στίχους
να τους κουμπώσω ως το λαιμό
μη μου κρυώσουν,
μη και μου ξεχαστούνε,
μην ξεχαστώ μαζί κι εγώ.
Αθήνα, 15.III.85

ΤΟ ΑΔΙΑΒΑΤΟ
Άνθρωποι ριψοκίνδυνοι ήταν’
δεν το περηφανεύονταν ωστόσο.
Έσπασε το θερμόμετρο,
ο υδράργυρος σκόρπισε.
Σαν φτάσαμε στα σύνορα
μάς σταμάτησαν.
Τα ψεύτικα διαβατήρια
ήταν έγκυρα.
Εμείς δεν περάσαμε.
Αθήνα, 15.ΙΙΙ.85

ΑΠΟΒΡΟΧΟ
Σταμάτησε η βροχή.
Και τί να κάνεις πια
μ’ αυτές τις λίγες στάλες
που μείναν στο αδιάβροχο;
Άχρηστη καρτερία:
να βρίσκεις δικαιολογητικά
και ξένα επιχειρήματα
μπροστά στη νύχτα.
Αν χτυπήσεις τα πλήκτρα
με το βρεγμένο χέρι σου
θα βγουν οι λέξεις μουσκεμένες,
κι ύστερα; — τίποτα;
Αθήνα, 16.III.85

Ο ΩΡΑΙΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ
Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φτηνότερα λόγια.
Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε.
Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε.
Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα.

Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου
μην καταλάβουν πώς εσύ πλανιέσαι
στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,
φορώντας τις λευκές σου μπότες.
Αθήνα, 18.ΙΙΙ.85



ΛΙΜΑΝΙ
0 ένας κάθισε σε μια κουλούρα καραβόσκοινο,
άναψε την πίπα του. Ο άλλος
αγόρασε μια εφημερίδα απ’ το περίπτερο. Διαβάζει.
Ο τρίτος, μπρος στο καφενείο, σε μια καρέκλα. Εγώ
φοβόμουν κάποιο ολίσθημα στη νοτισμένη προκυμαία,
γι’ αυτό παρατηρούσα τ’ άλογα πού φόρτωναν στο πλοίο,
φροντίζοντας να διατηρήσω ισορροπία
ανάμεσα σε δύο αντίθετα, και τά δύο άγνωστά μου.
Αθήνα, 19.ΙΙΙ.85

ΤΟ ΜΗ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ
Καθάριο λεξιλόγιο χρωμάτων και σχημάτων —
τετράγωνα σπίτια, παράθυρα, πόρτες.
Και το ασανσέρ επίμηκες τετράγωνο. Μπαίνεις μέσα,
κοιτιέσαι στον καθρέφτη, ωχρός, απορημένος,
κι ο καθρέφτης τετράγωνος. Εσύ όχι. Ωστόσο,
όλοι μας (και καθένας χωριστά) περιμένουμε
να πέσει τουλάχιστον η νύχτα στις λεωφόρους
για να κρυφτούμε όπως όπως με σηκωμένα τα πέτα του παλτού μας.
Αθήνα, 19. IIΙ.85

ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΟ
Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας. Πόσες
διαδοχικές αναιρέσεις, σφαλερές διαισθήσεις.
Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο.
Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο
πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα. Η νύχτα
διαστέλλονταν πάνω απ’ την πόλη. Κι εσύ
απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,
έχοντας μόνο σου άλλοθι ένα άστρο.
Αθήνα, 21.ΙΙΙ.85

Τ’ ΑΣΠΡΑ ΒΟΤΣΑΛΑ
Ετούτα τ’ άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι
λάμπουν στον ήλιο. Κανένας δε μαντεύει
από ποιούς βυθούς ανασύρθηκαν. Κανένας
δεν υποπτεύεται με τί ριψοκίνδυνες
καταδύσεις τ’ ανέβασες’ με τί
στερήσεις κι αρνήσεις τ’ απέσπασες
από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων. Γι’ αυτό
λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια
ν’ αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους και ποτέ
να μη σε μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης.
Αθήνα, 21.ΙΙΙ.85

ΠΗΓΕΣ
Γιάννης Ρίτσος Ποιήματα Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ τομοι 1-7
Ανθολογία Γιάννη Ρίτσου επιλογή Χρύσα Προκοπάκη Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Αργά πολύ αργα μέσα στη νύχτα Εκδόσεις Κέδρος
Υπερώον (200

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου